|
|
ερωτοκριτοσ Μάχη Αθηναίων και Βλάχων στ. 1003-1038 ερωτοκριτοσ
Ανακατώνετ' ο λαός, και τα φουσάτα σμίγουν, μα'τον ακόμη σκοτεινά, και δεν καλοξανοίγουν.
Δίδου' αναπνιά στα βούκινα, τσι σάλπιγγες φυσούσι, πάγει η λαλιά στον Ουρανόν, τα νέφη αντιλαλούσι.
Με τη βαβούρα την πολλή και κτύπους των αρμάτω', εγρίκησε ο Ρωτόκριτος, γιατί δεν εκοιμάτο. Κι ο λογισμός της Αρετής ολίγον τον αφήνει να κοιμηθεί, γιατί αγρυπνά σ' τσ' Αγάπης την οδύνη.
Άλλο μαντάτο να του πουν, δε στέκει ν' ανιμένει, με σπούδα εκαβαλίκεψε, στον κάμπον κατεβαίνει.
Σαν όντεν είν' καλοκαιριά, μέρα σιγανεμένη, κι αξάφνου ανεμοστρόβιλος από τη γην εβγαίνει, με βροντισμόν και ταραχή τη σκόνη ανεσηκώσει, και πάγει την τόσον ψηλά, οπού στα νέφη σώσει― έτσι κι όντεν εκίνησε, με τέτοια αντρειά επορπάτει, οπού βροντές και σκονισμούς κάνει στο μονοπάτι.
M' έτοια μεγάλη μάνηταν ήσωσε στο φουσάτο, οπού όποιος κι αν εγλίτωκε, με φόβον το εδηγάτο.
Εισέ καιρό ο Ρωτόκριτος ήσωσε στο λιμιώνα, που οι Αθηναίοι εφεύγασι, κ' οι Βλάχοι τους ζυγώνα'.
Με φόβον εγλακούσανε, βοήθεια δεν ευρίσκαν, κ' οι οχθροί τως τους εδιώχνασι, κι αλύπητα εβαρίσκαν.
Κι ωσά λιοντάρι όντε πεινά, κι από μακρά γρικήσει κ' έρχεται βρώμα, οπού 'πασκε να βρει να κυνηγήσει,
κ' εις την καρδιάν κινά, ως το δει, η πεθυμιά τη μάχη, τρέχει ζιμιόν απάνω του, κι αγριεύγει, σαν του λάχει· φωτιά πυρρή στα μάτια του ανεβοκατεβαίνει, καπνός απ' τα ρουθούνια του μαύρος, βραστός εβγαίνει·
αφροκοπά το στόμα του, το κούφος του μουγκρίζει, ανασηκώνει την οράν, τον κόσμον φοβερίζει· κατακτυπούν τα δόντια του, και το κορμί σπαράσσει, αναχεντρώνουν τα μαλλιά, και τρέχει να το πιάσει ·
εδέτσι εξαγριεύθηκε για τα κακά μαντάτα, κι ωσάν αϊτός επέταξε, κ' εμπήκε στα φουσάτα.
Βλάχοι, κακόν το πάθετε εις τό σας ηύρε αφνίδια, Εδά 'ρθασι τ' απαρθινά, κ' επάψαν τα παιγνίδια!
| URL: |
No comments posted yet
Comments