6.4 ΟΔΥΣΣΕΙΑ Στο νησί του Ήλιου, στο νησί της Καλυψώς και στο νησί των Φαιάκων

+18

No comments posted yet

Comments

Slide 1

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ Στο νησί του Ήλιου, στο νησί της Καλυψώς και στο νησί των Φαιάκων

Slide 2

Μετά από πολλά µερόνυχτα στη θάλασσα, έφτασαν στο νησί του θεού Ήλιου.

Slide 3

Εκεί έβοσκαν τα παχιά βόδια του θεού. 

Slide 4

Θυµήθηκε τότε ο Οδυσσέας του Τειρεσία τα λόγια και παρακαλούσε τους συντρόφους του να φύγουν µακριά απ’ το νησί αυτό.

Slide 5

Μα εκείνοι ήταν πολύ κουρασµένοι και δε δέχονταν. Όταν τους τέλειωσαν τα τρόφιµα, έµειναν µερικές µέρες νηστικοί.

Slide 6

Μια µέρα όµως, που ο Οδυσσέας κοιµόταν, έσφαξαν µερικά βόδια και τα έψησαν.  Όταν ξύπνησε ο Οδυσσέας τρόµαξε, µα ήταν αργά.

Slide 7

Φεύγοντας απ’ το νησί του Ήλιου ο Δίας τούς έστειλε άγρια καταιγίδα και κύµατα θεόρατα.

Slide 8

Ένα αστροπελέκι χτύπησε το καράβι και το διέλυσε. Πνίγηκαν όλοι. Μόνο ο Οδυσσέας γλίτωσε.

Slide 9

  Η ανοησία των συντρόφων Γιατί µονάχοι χάθηκαν από δικό τους κρίµα, οι άσεβοι, που φάγανε τ’ Ουρανοδρόµου Ήλιου τα βόδια και τους στέρησε του γυρισµού τη µέρα.  Όµηρος, Οδύσσεια α 7-9, µτφ. Ζ. Σίδερης

Slide 10

Πιασµένος από ένα ξύλο παράδερνε στη θάλασσα δέκα ολόκληρα µερόνυχτα. Τέλος, τα κύµατα τον έβγαλαν στο νησί της νύµφης Καλυψώς.

Slide 11

Η Καλυψώ τον πήρε στη σπηλιά της και τον φρόντισε.  Όταν συνήλθε, όµως, δεν τον άφηνε να φύγει. Επτά ολόκληρα χρόνια τον κράτησε στο νησί της. 

Slide 12

ΚΑΛΥΨΩ: «Γιε του Λαέρτη, πολύτροπε Οδυσσέα, θέλεις λοιπόν γρήγορα να πας στο σπίτι σου και στη γλυκιά πατρίδα; Αν όµως ήξερες τι βάσανα σε περιµένουν, ώσπου να φτάσεις στην πατρίδα σου, θα προτιµούσες να µείνεις στο νησί µου κι εγώ θα σε έκανα αθάνατο. Εσύ όµως λαχταράς πολύ να δεις την Πηνελόπη. Νοµίζω όµως πως κι εγώ δεν είµαι πιο άσχηµη από κείνη».

Slide 13

Ο∆ΥΣΣΕΑΣ: «Συγχώρεσέ µε, Καλυψώ. Θνητή είναι η Πηνελόπη κι εσύ αθάνατη θεά πιο όµορφη από κείνη. Κι όµως εγώ το θέλω και το λαχταρώ σπίτι µου να γυρίσω. Κι αν, όπως λες, κάποιος από τους θεούς θέλει να µε τσακίσει µες στο πέλαγος, κι αυτό θα το αντέξω, όπως τόσα και τόσα βάσανα που έχω περασµένα στις µάχες και στα κύµατα».   Όµηρος, Οδύσσεια ε 223-248 (διασκευή)

Slide 14

Ώσπου τον λυπήθηκε η Αθηνά και παρακάλεσε τον πατέρα της, το ∆ία, να τον βοηθήσει. Εκείνος έστειλε τον Ερµή στην Καλυψώ και τη διέταξε ν’ αφήσει τον Οδυσσέα να φύγει.

Slide 15

Έφτιαξε λοιπόν µια σχεδία ο Οδυσσέας και ξανοίχτηκε στο πέλαγος. Δέκα επτά µέρες ταξίδευε και κόντευε να φτάσει στην Ιθάκη. 

Slide 18

Τότε τον είδε όµως ο Ποσειδώνας, που έτυχε να περνάει από εκεί. Χτύπησε µε την τρίαινα τη θάλασσα και σήκωσε κύµατα τεράστια. 

Slide 20

Διαλύθηκε η σχεδία κι ο Οδυσσέας βρέθηκε στη θάλασσα. Δυο µέρες και δυο νύχτες κολυµπούσε και τον έδερναν τα κύµατα. 

Slide 21

Την τρίτη µέρα µε τη βοήθεια µιας νεράιδας, της Λευκοθέας, βγήκε σ’ ένα ακρογιάλι. Ξάπλωσε κάτω από µια ελιά, σκεπάστηκε µε φύλλα και κοιµήθηκε βαθιά. Είχε φτάσει στο νησί των Φαιάκων. 

Slide 22

Τον ξύπνησαν την άλλη µέρα κάποιες χαρούµενες φωνές. Ήταν η βασιλοπούλα Ναυσικά, που είχε πάει µε τις φίλες της να πλύνουν κι, αφού τελείωσαν, έπαιζαν τόπι.

Slide 24

Η Ναυσικά λυπήθηκε τον ξένο και τον οδήγησε στο παλάτι του πατέρα της, του Αλκίνοου. 

Slide 27

Στην Αυλή του βασιλιά Αλκίνοου ο Οδυσσέας τελικά αποκαλύπτει την πραγματική του ταυτότητα και συγκινεί όλους με την αφήγηση των περιπλανήσεων του (σημείο όπου ξεκινάει η Οδύσσεια).

Slide 29

Την άλλη µέρα οι Φαίακες ετοίµασαν καράβι και το σούρουπο ξεκίνησαν να πάνε τον Οδυσσέα στην Ιθάκη, την πατρίδα του. Όλη τη νύχτα ταξιδεύανε.

Slide 31

Χαράµατα έφτασαν στην Ιθάκη. Ο Οδυσσέας κοιµόταν και γι’ αυτό τον σήκωσαν στα χέρια και τον ξάπλωσαν στην αµµουδιά. Έβαλαν δίπλα του τα δώρα που του χάρισαν κι έφυγαν.

Slide 32

ΤΕΛΟΣ e-blogakia.blogspot.com

URL: